ἑορτώδης

ἑορτ-ώδης, ες,
A festal, solemn, J.AJ16.2.1, Ph.1.450, al., Sch.Th.5.54.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑορτώδης — festal masc/fem acc pl (attic epic doric) ἑορτώδης festal masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) ἑορτώδης festal masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑορτώδει — ἑορτώδης festal masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἑορτώδης festal masc/fem/neut dat sg ἑορτώδεϊ , ἑορτώδης festal dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑορτώδη — ἑορτώδης festal neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἑορτώδης festal masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἑορτώδης festal masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑορτώδεις — ἑορτώδης festal masc/fem acc pl ἑορτώδης festal masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑορτώδεσι — ἑορτώδης festal masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εορτή — και γιορτή, η (AM ἑορτή) 1. πανηγυρισμός που γίνεται με την ευκαιρία δημόσιου ή ιδιωτικού γεγονότος 2. η ημέρα κατά την οποία η εκκλησία γιορτάζει τη μνήμη τών αγίων ή σημαντικών θρησκευτικών γεγονότων 3. γιορταστική συγκέντρωση, πανηγύρι 4. φρ.… …   Dictionary of Greek

  • ՏՕՆՈՒՏ — (ի, ից.) NBH 2 0902 Chronological Sequence: Unknown date, 6c ա. ἐορτώδης festus, solemnis. Տօնական, տօնախմբական. մեծահանդէս. ցնծալի եւ հռչակելի. *Մի օր տօնուտ առ ʼի խնդամտութիւն եւ ʼի վայելչութիւն հանգստեան: Անտրտում եւ աներկիւղ կեանս ... զի՞նչ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.